Ενιαίο πλαίσιο για τον δανεισμό των δήμων και των περιφερειών θεσπίζει ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθορίζοντας τόσο τους σκοπούς για τους οποίους μπορεί να συναφθεί ένα δάνειο όσο και τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθήσουν τα αρμόδια αιρετά όργανα.
Οι σχετικές ρυθμίσεις περιλαμβάνονται στον νόμο 5314/2026, ο οποίος δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α΄ 103 της 29ης Ιουνίου 2026 και συγκέντρωσε σε ένα ενιαίο νομοθετικό κείμενο τις βασικές διατάξεις για την οργάνωση, τη λειτουργία και την οικονομική διαχείριση της Αυτοδιοίκησης. Το Υπουργείο Εσωτερικών έχει εντάξει τα άρθρα 439 έως 445 του Κώδικα σε ξεχωριστό κεφάλαιο για την πιστοληπτική πολιτική των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Δήμοι και περιφέρειες μπορούν να συνομολογούν δάνεια με αναγνωρισμένα πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς που λειτουργούν στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό. Στους πιθανούς φορείς χρηματοδότησης περιλαμβάνεται και το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
Η δυνατότητα δανεισμού, πάντως, δεν είναι απεριόριστη. Το δάνειο πρέπει να εξυπηρετεί συγκεκριμένο σκοπό, να έχει εγκριθεί από το δημοτικό ή το περιφερειακό συμβούλιο και να πληροί τις οικονομικές προϋποθέσεις που προβλέπει ο Κώδικας.
Για ποιους σκοπούς επιτρέπεται ο δανεισμός
Ο νέος Κώδικας καταγράφει αναλυτικά τις περιπτώσεις στις οποίες ένας ΟΤΑ μπορεί να προσφύγει σε εξωτερική χρηματοδότηση.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται:
- η χρηματοδότηση επενδύσεων,
- η κάλυψη ελλείμματος του προϋπολογισμού,
- η αναχρηματοδότηση υφιστάμενων δανείων,
- η εκπόνηση Τοπικών Πολεοδομικών Σχεδίων,
- η ενεργειακή αναβάθμιση δημόσιων κτιρίων,
- έργα εξοικονόμησης ενέργειας σε εγκαταστάσεις, οχήματα, μηχανήματα και δημοτικό φωτισμό,
- η συμμετοχή σε ειδικά αναπτυξιακά ή επενδυτικά προγράμματα,
- η συμμετοχή σε ενεργειακές κοινότητες και έργα αυτοκατανάλωσης ή ενεργειακού συμψηφισμού,
- καθώς και έργα ψηφιακού μετασχηματισμού, πληροφοριακά συστήματα και ψηφιακές υπηρεσίες.
Στις ενεργειακές επενδύσεις απαιτείται μελέτη, η οποία αξιολογείται από τον φορέα που θα χορηγήσει το δάνειο. Από τη μελέτη πρέπει να προκύπτει μείωση του λειτουργικού κόστους, ικανή να καλύπτει και την εξυπηρέτηση των σχετικών τοκοχρεολυσίων.
Για δάνεια που αφορούν την εκτέλεση έργων ή την πραγματοποίηση προμηθειών πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον προκαταρκτική τεχνική μελέτη, εγκεκριμένη από τα αρμόδια όργανα. Παράλληλα, τα χρήματα δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν για διαφορετικό σκοπό από εκείνον που περιγράφεται στη σύμβαση. Αν ο αρχικός σκοπός ματαιωθεί, η σύμβαση λύεται και το μη χρησιμοποιημένο ποσό επιστρέφεται στον δανειστή.
Τα οικονομικά όρια για τη σύναψη δανείου
Πριν από τη λήψη ενός νέου δανείου εξετάζεται η δυνατότητα του δήμου ή της περιφέρειας να το αποπληρώσει χωρίς να υπονομεύεται η οικονομική του λειτουργία.
Ο Κώδικας προβλέπει δύο βασικούς ελέγχους:
Πρώτον, το ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης των δανειακών υποχρεώσεων δεν πρέπει να υπερβαίνει συγκεκριμένο ποσοστό των Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων που έλαβε ο ΟΤΑ κατά την προηγούμενη χρήση για την κάλυψη λειτουργικών αναγκών.
Δεύτερον, το συνολικό χρέος του δήμου ή της περιφέρειας δεν πρέπει να ξεπερνά καθορισμένο ποσοστό των συνολικών εσόδων του. Ως συνολικό χρέος υπολογίζονται οι μακροπρόθεσμες και βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις, με ορισμένες εξαιρέσεις για δάνεια που δεν επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό του ΟΤΑ. Τα ακριβή ποσοστά ορίζονται με τις υπουργικές αποφάσεις που προβλέπει ο Κώδικας.
Οι παραπάνω δημοσιονομικές προϋποθέσεις δεν εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο σε δάνεια που αφορούν την κάλυψη ελλείμματος, την αναχρηματοδότηση προηγούμενων δανείων ή τη συμμετοχή σε ειδικά αναπτυξιακά και επενδυτικά προγράμματα.
Ποιος αποφασίζει για τη λήψη του δανείου
Η σύναψη δανείου απαιτεί απόφαση του δημοτικού ή του περιφερειακού συμβουλίου, έπειτα από εισήγηση του δημάρχου ή του περιφερειάρχη.
Κατά κανόνα, η απόφαση λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του συμβουλίου. Στην ίδια απόφαση πρέπει να προσδιορίζονται:
- ο σκοπός του δανεισμού,
- οι βασικοί όροι της σύμβασης,
- και το ύψος της τοκοχρεωλυτικής δόσης.
Για μεγάλα ποσά προβλέπεται αυξημένη πλειοψηφία των δύο τρίτων του συνόλου των μελών. Το όριο διαφοροποιείται ανάλογα με τον πληθυσμό του δήμου ή της περιφέρειας.
Η πλειοψηφία των δύο τρίτων απαιτείται για δάνειο:
- άνω των 3 εκατ. ευρώ, όταν ο πληθυσμός δεν ξεπερνά τους 50.000 κατοίκους,
- άνω των 5 εκατ. ευρώ, για πληθυσμό μεγαλύτερο των 50.001 κατοίκων,
- άνω των 8 εκατ. ευρώ, για πληθυσμό μεγαλύτερο των 80.001 κατοίκων,
- άνω των 10 εκατ. ευρώ, για πληθυσμό μεγαλύτερο των 150.001 κατοίκων,
- άνω των 20 εκατ. ευρώ, για πληθυσμό μεγαλύτερο των 300.001 κατοίκων.
Τα ποσά αυτά μπορούν να αναπροσαρμόζονται με υπουργική απόφαση.
Πότε δεν απαιτούνται τα δύο τρίτα
Η αυξημένη πλειοψηφία δεν εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις, ακόμη και αν το δάνειο ξεπερνά τα αντίστοιχα πληθυσμιακά όρια.
Εξαίρεση προβλέπεται για τη χρηματοδότηση αποζημιώσεων από αναγκαστικές απαλλοτριώσεις και για την αγορά ακινήτων που προορίζονται για κοινόχρηστες ή κοινωφελείς εγκαταστάσεις.
Δεν απαιτείται επίσης η πλειοψηφία των δύο τρίτων για ορισμένες ειδικές κατηγορίες δανεισμού, όπως η κάλυψη ελλείμματος, η αναχρηματοδότηση υφιστάμενων δανείων, η εκπόνηση Τοπικών Πολεοδομικών Σχεδίων, οι ενεργειακές αναβαθμίσεις και η συμμετοχή σε ειδικά αναπτυξιακά προγράμματα. Στις περιπτώσεις αυτές εξακολουθεί να απαιτείται απόφαση του συμβουλίου, αλλά όχι η συγκεκριμένη αυξημένη πλειοψηφία.
Έλεγχος νομιμότητας πριν από την υπογραφή
Η έγκριση του δημοτικού ή του περιφερειακού συμβουλίου δεν ολοκληρώνει από μόνη της τη διαδικασία.
Πριν από την υπογραφή της δανειακής σύμβασης πρέπει να εκδοθεί πράξη της αρμόδιας Αυτοτελούς Υπηρεσίας Εποπτείας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, από την οποία να προκύπτει ότι η απόφαση του συμβουλίου είναι νόμιμη. Ο έλεγχος απαιτείται ακόμη και όταν το δάνειο συνάπτεται με το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
Το νέο πλαίσιο επιχειρεί έτσι να συνδυάσει τη δυνατότητα των ΟΤΑ να χρηματοδοτούν έργα και επενδύσεις με συγκεκριμένους κανόνες οικονομικής βιωσιμότητας, πολιτικής έγκρισης και εποπτείας. Η δυνατότητα λήψης ενός δανείου δεν κρίνεται μόνο από το ύψος του ποσού, αλλά από τον σκοπό, την υφιστάμενη οικονομική κατάσταση του φορέα, τη δυνατότητα αποπληρωμής και τη νομιμότητα ολόκληρης της διαδικασίας.